Μεσίλιγγος, ο. Ουσιαστικό. Γένους αρσενικού.
Ορθογραφία: Εμφανίζεται και ως μεσήλιγγος, με ήτα.
Ετυμολογία: Πρωτοπλάστηκε το 2012, από μένα.
Ερμηνεία: Το αίσθημα ζάλης, ο ίλιγγος, που νιώθει κάποιος, μόλις συνειδητοποιεί ότι είναι μεσήλικας.
Το μπλογκ αυτό θα περιγράφει τις αιτίες και τα συμπτώματα του μεσίλιγγου, τις εμπειρίες πριν και μετά από αυτόν και θα προτείνει λύσεις για την θεραπεία του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου